Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014



Ο λιμός της πατατας...

Ιρλανδική ιστορία: Τα γεγονότα του 1848,

και η εξέγερση

«Kανένα έθνος δεν είναι ελεύθερο όταν καταπιέζει ένα άλλο» 
Λένα Βερδέ 


Οι εξεγέρσεις, τα απελευθερωτικά και επαναστατικά κινήματα 
έχουν σημαδέψει την νεότερη ιστορία της χώρας 
ξεκινώντας ήδη από το 17ο αιώνα όταν έγινε αποικία της Βρετανίας.
 Μία τέτοια σημαντική στιγμή ήταν και το 1848, 
όταν τα εγκλήματα της βρετανικής αποικιοκρατίας στην Ιρλανδία
 κορυφώνονταν στο Μεγάλο Λιμό του 1845-49

 Τον Ιούλη του 1848, ένα ριζοσπαστικό κίνημα, 
οι Νέοι Ιρλανδοί, απαίτησαν με εξέγερση 
την ανεξαρτησία της χώρας από τους Βρετανούς. 
Η προσπάθειά τους έμεινε στην ιστορία
 και ως η Εξέγερση του Λιμού, 
αφού την ίδια περίοδο εκατομμύρια Ιρλανδοί 
είτε πέθαιναν αβοήθητοι είτε οδηγούνταν στη μετανάστευση 
για να γλιτώσουν από την πείνα. 
Η αιτία αυτής της βαρβαρότητας ήταν η βρετανική κυριαρχία 
πάνω στο νησί.

Η Ιρλανδία ήταν η πρώτη αποικία της Βρετανίας.
Από τις αρχές του 17ου αιώνα και για εκατοντάδες χρόνια,
η εκμετάλλευσή της αποτελούσε μεγάλη πηγή εσόδων
 για την κυρίαρχη τάξη της Βρετανίας.
Από τη μία, ήταν το πιο γόνιμο κομμάτι της αυτοκρατορίας
που εφοδίαζε την Αγγλία με φτηνά τρόφιμα και πρώτες ύλες.
Από την άλλη, ήταν η κύρια πηγή ενός φτηνού εργατικού δυναμικού
για την αναπτυσσόμενη βιομηχανία της Βρετανίας.

Η επισημοποίηση της κατοχής έγινε το 1801 με το Νόμο της Ενωσης.
Ο νόμος ήρθε λίγα χρόνια μετά την άγρια καταστολή
του πρώτου επανασταστικού κινήματος, των Ενωμένων Ιρλανδών,
που εμπνευσμένοι από τη Γαλλική Επανάσταση,
διεκδικούσαν μια ανεξάρτητη Ιρλανδική Δημοκρατία.
Η δράση τους είχε διδάξει στην αστική τάξη της Βρετανίας
ότι για να διατηρήσει την κυριαρχία της,
έπρεπε να απευθυνθεί στην μικρή αλλά ανερχόμενη αστική τάξη της Ιρλανδίας.

Με το Νόμο της Ενωσης, η Ιρλανδία κέρδισε το δικαίωμα
 να στέλνει 105 βουλευτές στο βρετανικό κοινοβούλιο.
Η πλειοψηφία τους ήταν φυσικά γαιοκτήμονες ή οι γιοι των γαιοκτημόνων.

Οι τελευταίοι από τη μεριά τους, δεν ήθελαν μια εξέγερση. Στόχος ήταν να κερδίσουν περισσότερα προνόμια για τους ίδιους. Από την άλλη, η πλειοψηφία των Ιρλανδών ζούσε σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας, δουλεύοντας σαν εργάτες γης για τους βρετανούς και ντόπιους γαιοκτήμονες και νοικιάζοντας από τους ίδιους ένα κομμάτι γη για να μπορέσουν να θρέψουν την οικογένειά τους.

Οι περισσότεροι γαιοκτήμονες δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους
στην Ιρλανδία. Ζούσαν στην Αγγλία,
έχοντας επιστάτες να διαχειρίζονται τις περιουσίες τους.
Εισέπρατταν τα νοίκια από τους φτωχούς
ή τους πλήρωναν ένα χαμηλό μισθό
 για να καλλιεργούν τις σοδειές και για να εκτρέφουν τα ζώα
που όλα προορίζονταν για εξαγωγή στην Αγγλία και αλλού.

Κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν
για να γλιτώσουν από την πείνα. Η ίδια η βρετανική κυβέρνηση,
πριν ακριβώς το Μεγάλο Λoιμό,
υπολόγιζε ότι η φτώχεια ήταν τόσο μεγάλη
που το ένα τρίτο των νοικοκυριών,
 αφού πλήρωνε το νοίκι στον γαιοκτήμονα,
 δεν μπορούσε να υποστηρίξει
 τις ανάγκες της οικογένειας.
Η μοναδική λύση για να μπορεί μια οικογένεια
να επιβιώσει ήταν αν κάποια μέλη της κέρδιζαν ένα εποχικό εισόδημα
 στην Αγγλία ή τη Σκωτία.

Ο λοιμός, που εμφανίστηκε με την πρώτη καταστροφή 
της σοδειάς 
της πατάτας το 1845, 
ήταν αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης.
 Τα δύο τρίτα του πληθυσμού εξαρτιόνταν από τη γεωργία 
για να ζήσουν. 
Η φτώχεια τους είχε στρέψει αποκλειστικά 
στην καλλιέργεια της πατάτας 
αφού μόνο η πατάτα παραγόταν
 σε μεγάλες ποσότητες, ικανές να θρέψουν τον κόσμο.
Καθ'όλη τη διάρκεια του λοιμού, υπήρχε αρκετό φαγητό
 για όλο τον πληθυσμό. 
Μόνο που η πλειοψηφία δεν είχε τα λεφτά
 για να το αγοράσει. 
Αντίθετα οι εξαγωγές σε όλα τα είδη συνεχίστηκαν κανονικά. 
Σύμφωνα με μία πανεπιστημιακή μελέτη:
 «Οι εξαγωγές ζώων, μπέικον και χοιρινού αυξήθηκαν 
κατά τη διάρκεια του λιμού.
Το φαγητό έφευγε από τα πιο χτυπημένα από το λοιμό 
τμήματα της Ιρλανδίας με πλοία που περιφρουρούνταν.
 Την ίδια στιγμή, οι φτωχοί δεν είχαν χρήματα 
να αγοράσουν φαγητό
 και η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα
 για να απαγορεύσει τις εξαγωγές».

. Η βρετανική άρχουσα τάξη,
έχοντας στο πλευρό της τους Iρλανδούς γαιοκτήμονες,
έκανε την επιλογή να αφήσει τον κόσμο να πεθάνει.

Την πρώτη χρονιά του λιμού, το 1845,
515 άνθρωποι πέθαναν από την πείνα.
 Την ίδια στιγμή 40.000 τόνοι σιταριού
 βγήκαν από τα λιμάνια της χώρας.
Το 1847 καταγράφηκαν 21.770 θάνατοι.
Πάνω από 25.000 τόνοι σιταριού ταξίδεψαν την ίδια χρονιά
από την Ιρλανδία στο εξωτερικό.
Το 1848, όταν 300.000 άνθρωποι πέθαναν από την πείνα,
πάνω από 25.000 τόνοι σιτηρών βγήκαν από τη χώρα.

Υπολογίζεται ότι, κατά τη διάρκεια του λοιμού, 
ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε 20% με 25%. 
Το 1841 ήταν πάνω από 8 εκατομμύρια. 
Στο τέλος του λοιμού είχαν μείνει 
λίγο πάνω από 6 εκατομμύρια άνθρωποι 
λίγο πάνω δηλαδή από το σημερινό πληθυσμό.
 Ο βασικότερος συγγραφέας για το κίνημα των Νέων Ιρλανδών, 
Τζον Μίτσελ έγραψε:
 «Ένα νησί που υποτίθεται είναι αναπόσπαστο κομμάτι 
της πιο πλούσιας αυτοκρατορίας του κόσμου 
έχασε σε πέντε χρόνια δυόμιση εκατομμύρια ανθρώπους
 από την πείνα, από αρρώστιες που σχετίζονταν με την πείνα 
καθώς και από την μετανάστευση, 
τη μοναδική απόδραση από την πείνα». 

Πάνω από ένα εκατομμύριο Ιρλανδοί, 
άνδρες, γυναίκες, παιδιά πέθαναν από την πείνα
 και τις αρρώστιες.
 Γύρω στις 300.000 άνθρωποι μετανάστευσαν 
στην Αγγλία και τη Σκωτία. 
Πάνω από ένα εκατομμύριο κατέφυγαν στις ΗΠΑ.

Η εξέγερση των Νέων Ιρλανδών ενάντια στην βρετανική κυριαρχία
τον Ιούλη του 1848 έκφρασε την συσσωρευμένη οργή
για τη φτώχεια, την πείνα, το λοιμό και τους θανάτους.
Τόσο οι ηγέτες του κινήματος, όπως οι Ουίλιαμ Σμιθ Ο' Μπράιαν
 και Τόμας Φράνσις Μίγκερ,
όσο και οι οπαδοί των Νέων Ιρλανδών
 είχαν εμπνευστεί από την εξέγερση των γάλλων εργατών στο Παρίσι
την ίδια χρονιά
αλλά και όλες τις εξεγέρσεις που ακολούθησαν στην Ευρώπη.
Αρχισαν έτσι να ετοιμάζουν την δική τους εξέγερση
 με ορίζοντα το φθινόπωρο του 1848.

Το ενδεχόμενο της εξέγερσης τρόμαξε την βρετανική
αλλά και την ιρλανδική αστική τάξη, που έτρεξαν να τους διαλύσουν.
Η κυβέρνηση νομοθέτησε 
τη φυλάκιση χωρίς δίκη
και απείλησε να συλλάβει τους ηγέτες των Νέων Ιρλανδών.
 Με την κίνησή της αυτή, ανάγκασε το κίνημα
σε μια πρόωρη εξέγερση
στις 29 Ιούλη στην επαρχία Τιπερέρι.
Υστερα από μια σκληρή μάχη
 με την αστυνομία και τμήματα του στρατού,
οι Νέοι Ιρλανδοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου